ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Το Π.Δ. 17/96 υποδεικνύει την υποχρέωση όλων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως του κλάδου και του αριθμού εργαζομένων και υλοποιείται με την συνεργασία Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας. Η μελέτη εκτίμησης επαγγελματικού κινδύνου επιτρέπει:

Α. Την διάγνωση- εφαρμογή προληπτικών μέτρων Πρώτα θα πρέπει να αναζητήσετε και να εντοπίσετε τις πηγές κινδύνου που μπορεί να επιφέρουν βλάβες στην υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, κάτω από τις συνθήκες που επικρατούν στους χώρους εργασίας σας. Προσδιορίστε τους εργαζόμενους που μπορεί να εκτεθούν σε συγκεκριμένες πηγές κινδύνου. Σκεφθείτε ποιες ομάδες ατόμων κάνουν την ίδια εργασία ή ποιοι μπορεί να επηρεασθούν από τον ίδιο κίνδυνο. Δώστε ιδιαίτερη έμφαση σε ομάδες εργαζομένων που ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο (ευπαθείς ομάδες).

Β. Την ιεράρχηση των κινδύνων και την αντιμετώπισή τους. Εκτιμήστε τους κινδύνους μελετώντας πόσο πιθανό είναι κάθε πηγή κινδύνου να προκαλέσει βλάβη. Θα διαπιστώσετε έτσι αν θα χρειασθεί ή όχι να κάνετε περισσότερα για να μειώσετε τον κίνδυνο. Σας βοηθά αρκετά να συγκρίνετε τα μέτρα που λαμβάνατε ως σήμερα με το τι είναι κοινά αποδεκτό ως καλή πρακτική. Αυτό για το οποίο έχετε να αποφασίσετε για κάθε σημαντική πηγή κινδύνου είναι αν ο κίνδυνος που σχετίζεται με αυτήν είναι μεγάλος, μεσαίος ή μικρός. Αν από το προηγούμενο βήμα ανακαλύψατε ότι απαιτείται να ληφθούν πρόσθετα ή νέα μέτρα πρόληψης, τότε σχεδιάστε ένα κατάλογο ενεργειών και δώστε προτεραιότητα σε κάθε κίνδυνο που έχει χαρακτηριστεί μεγάλος ή/και σε αυτούς που μπορεί να επηρεάσουν πολλά άτομα. Είναι επίσης αναγκαίο μέσα από ένα πρόγραμμα ιεράρχησης να εντοπίζονται οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν βραχυπρόσθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του κινδύνου, τις πιθανές συνέπειες ενός ατυχήματος, τον αριθμό των πληττομένων ατόμων και τον αναγκαίο χρόνο για την λήψη μέτρων πρόληψης. Για να αναλάβετε δράση αναρωτηθείτε αν μπορείτε να απαλλαγείτε εντελώς από μία πηγή κινδύνου και εάν όχι, πώς μπορείτε να ελέγξετε τους κινδύνους έτσι ώστε να μην είναι πιθανό να προκαλέσουν βλάβες.

Γ. Την σωστή λειτουργία του Συστήματος διαχείρισης της Ασφάλειας και Υγιεινής της εργασίας. Μετά την λήψη των αναγκαίων μέτρων πρέπει να εξασφαλιστεί η παρακολούθηση της εφαρμογής τους για να βεβαιωθείτε ότι οι προφυλάξεις λειτουργούν ακόμη αποτελεσματικά και οι κίνδυνοι ελέγχονται επαρκώς. Οι όποιες πληροφορίες προκύψουν θα πρέπει να αξιοποιούνται για την επανεξέταση και αναθεώρηση της εκτίμησης κινδύνου, αφού αυτή αποτελεί μία διαδικασία που θα πρέπει να επανεξετάζεται και να αναθεωρείται σε τακτά χρονικά διαστήματα ή/και μετά από την υιοθέτηση μίας νέας εργασίας ή την εγκατάσταση νέου εξοπλισμού και εφόσον εισάγονται νέες σημαντικές πηγές κινδύνου.